ΑΡΘΡΑ ΓΝΩΜΗΣ

ΑΝΑΔΙΠΛΩΣΗ

new-cold-war

25/03/2019

Η Αμερική οδηγήθηκε σε πλανητική υπερέκταση στη μεταψυχροπολεμική εποχή για τρεις κυρίως λόγους. Πρώτον, η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης άφησε ένα γεωπολιτικό κενό, που σχεδόν αυτόματα, με κεκτημένη ταχύτητα, έσπευσαν να πληρώσουν οι ΗΠΑ ως μόνη πλανητική δύναμη. Δεύτερον, η ιδεολογική επικράτηση έναντι του σοβιετικού κομμουνισμού έφερε ένα κλίμα ευφορίας και θριαμβολογίας στη Δύση και ψευδαισθήσεις για το τέλος της ιστορίας και της εξάπλωσης των δυτικών ιδεών στον υπόλοιπο πλανήτη. Τρίτον, η ψυχροπολεμική εποχή είχε δημιουργήσει ένα συγκεκριμένο υπόδειγμα στον τρόπο σκέψης και διαμόρφωσης της στρατηγικής. Αυτό το υπόδειγμα, μαζί με τα επιμέρους γραφειοκρατικά συμφέροντα του τεράστιου γραφειοκρατικού θεσμικού πλαισίου του Ψυχρού Πολέμου, εμπόδισαν οποιαδήποτε σκέψη αναδίπλωσης. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου όλο αυτό το οικοδόμημα απέκτησε ένα νέο raison d’ étre.

Τρεις δεκαετίες πλέον, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η στρατηγική της επέκτασης δίνει τη θέση της στη στρατηγική της αναδίπλωσης για μια σειρά από λόγους. Πρώτον, η επεκτατική στρατηγική έφερε αντίδραση και ανταγωνισμό. Δεύτερον, ακόμη και για μια υπερδύναμη όπως οι ΗΠΑ, το κόστος της επεκτατικής στρατηγικής αποδείχθηκε δυσθεώρητο. Σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση του 2008, και την πολιτική του “τζαμπατζή» στα θέματα ασφάλειας από τους συμμάχους τους, η πολιτική αυτή έπαψε να έχει ερείσματα στο κατεστημένο και την αμερικανική κοινωνία. Οι ΗΠΑ επίσης αντιλήφθηκαν ότι η παγκοσμιοποιημένη φιλελεύθερη ηγεμονία συνάντησε οξεία αντίδραση και οδήγησε στην ενδυνάμωση των εθνοτικών και θρησκευτικών ταυτοτήτων. Οι εξελίξεις αυτές έφεραν τη σταδιακή επιστροφή στο υπόδειγμα του ρεαλισμού στη διαμόρφωση της αμερικανικής υψηλής στρατηγικής. Στοχαστές όπως ο Mearsheimer, ο Stephen Walt και ο Barry Posen υποστηρίζουν μια ρεαλιστική πολιτική αυτοσυγκράτησης που ιεραρχεί τρεις απειλές για τα ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα και σκιαγραφεί μιαν άλλη στρατηγική αντιμετώπισης των προβλημάτων αυτών στη θέση της πλανητικής επέκτασης. Τα ζητήματα αυτά είναι:

  • η ισορροπία ισχύος στην Ευρασία,
  • το ζήτημα της εξάπλωσης των πυρηνικών όπλων και
  • η αντιμετώπιση της διεθνούς τρομοκρατίας. Ο περιορισμός του φάσματος των στρατηγικών απειλών κατά των αμερικανικών συμφερόντων οδηγεί σε μια στρατηγική αυτοσυγκράτησης. Αυτή η σχολή σκέψης σε συνδυασμό με το “America First” της κυβέρνησης Τραμπ κυριαρχεί σήμερα στη διαμόρφωση της αμερικανικής στρατηγικής. Η κυβέρνηση Τραμπ υιοθετεί τη σχολή της αυτοσυγκράτησης καθώς συνδυάζεται αρμονικά με τον προστατευτισμό στην οικονομική πολιτική της, την ανταλλακτική νοοτροπία (transactionalism) του Τραμπ στην εξωτερική πολιτική και τον λαϊκισμό. Ο Τραμπ, με τον τρόπο αυτό, εκμεταλλεύεται πολιτικά την κόπωση της αμερικανικής κοινωνίας από τον συνεχή παρεμβατισμό των ΗΠΑ, για να διευρύνει το εκλογικό του ακροατήριο.

Η πολιτική της αυτοσυγκράτησης, ή αναδίπλωσης, όμως, δημιουργεί ένα συστημικό κενό. Ένα κενό το οποίο θα σπεύσουν να πληρώσουν οι άλλες μεγάλες δυνάμεις, και κυρίως η Κίνα. Αν αυτή η πολιτική πάρει μόνιμα χαρακτηριστικά, στην περίπτωση μιας δεύτερης θητείας Τραμπ, θα οδηγήσει σε αναδιαμόρφωση των πλανητικών ισορροπιών μέσα από εντάσεις και αστάθεια.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», στήλη «ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ»

Σχετικά με τον αρθρογράφο

ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος είναι Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπίστημιο, πρώην Υπουργός.