ΠΟΛΙΣ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«ON PAGE» – ΛΕΣΧΗ ΓΟΝΕΟΚΤΟΝΩΝ, ΤΟΥ AMBROCE BIERCE

LESXI GONEOKTONON

Τις προάλλες, η καθιερωμένη βόλτα στα βιβλιοπωλεία απέφερε ένα βιβλίο με αναγνωστικό αντίκτυπο αντιστρόφως ανάλογο του μεγέθους του. Πρόκειται για τη Λέσχη γονεοκτόνων του Αμερικάνου Ambrose Bierce, ένα βιβλιαράκι έκτασης μόλις 52 σελίδων που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα σε μετάφραση Σταύρου Παπασταύρου.
Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Ambrose Bierce γεννήθηκε το 1842. Είναι γνωστός κυρίως για τα διηγήματά του, ενώ το λογοτεχνικό του ύφος, ειρωνικό απέναντι στην ανθρώπινη φύση και σαρδόνια-σατυρικό, του εξασφάλισε το προσωνύμιο «πικρόχολος». Όπως και ο Baudelaire, έτσι και ο Bierce πίστευε πως η τέχνη οφείλει να ασχολείται με το ασυνήθιστο και απίθανο, να καθρεφτίζει την ταραχή της ψυχής και όχι την εδραιωμένη συνείδηση. Θεωρούσε το μυθιστόρημα λογοτεχνική μορφή ακατάλληλη να εκφράσει την πραγματική τέχνη, η οποία απαντά –και συντάσσεται εδώ ο Bierce με τον E.A. Poe- μόνο στα διηγήματα. Χαρακτηριστική περσόνα του Fin-de-siècle, διακρινόταν από κυνισμό, ελιτισμό, νιχιλισμό, έτεινε προς τον ανδρογυνισμό σε συνδυασμό με μία μισογυνιστική τάση, αντιτίθετο, τέλος, στην βικτωριανή ηθική. Αυτά τα χαρακτηριστικά σε συνδυασμό με μία όχι τόσο ευτυχισμένη παιδική ηλικία –ο Bierce δεν αναπολούσε ακριβώς με νοσταλγία τα παιδιά του χρόνια – διαμόρφωσαν τα διηγήματα της προκείμενης συλλογής.
Στις τέσσερις ιστορίες του βιβλίου, οι ήρωες αφηγούνται με ψυχρότητα και ιδιαίτερα μακάβριο χιούμορ πώς φόνευσαν τους γονείς τους και άλλους συγγενείς. Τα τέσσερα διηγήματα κινούνται στο χαρακτηριστικό ύφος γραφής του συγγραφέα: απότομες αρχές, σκοτεινές εικόνες, ασαφείς αναφορές στον χρόνο κατά τον οποίο διαδραματίζεται η ιστορία, ελάχιστες περιγραφές, εξωπραγματικά συμβάντα –χαρακτηριστικό που τον κατατάσσει στους συγγραφείς όχι απλώς τρόμου, αλλά και weird fiction. Το αίσθημα του εγκλωβισμού στον οικογενειακό κλοιό είναι εδώ εμφανές – στο πρώτο ειδικά διήγημα, που φέρει τον τίτλο «Ο αγαπημένος μου φόνος». Ο αφηγητής περιγράφει ευρηματικά τον φόνο του θείου του – αλλά και εδώ όπως και στις υπόλοιπες ιστορίες, αφηγείται την αποτρόπαια πράξη του ψυχρά και αποστασιοποιημένα, χωρίς ίχνος συναισθηματισμού ή την περιγραφή κάποιας ψυχικής κατάστασης. Μάλιστα ο πρωταγωνιστής φτάνει σε σημείο να θαυμάζει την τεχνική που ακολούθησε στον φόνο: «Εν κατακλείδι, δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι, από καλλιτεχνική άποψη, ο φόνος του θείου Ουίλλιαμ, όπως εγώ τον διέπραξα, δύσκολα θα μπορούσε να ξεπεραστεί σε ωμότητα». Ο αφηγητής της ιστορίας από την άλλη, δεν αναζητά πουθενά τα κίνητρα που ώθησαν τον ήρωα στην δολοφονία, παρά στέκεται στην ανηθικότητα των ασφαλιστικών εταιρειών και την υποκρισία του σωφρονιστικού συστήματος.
Ο Bierce έγραψε τις περισσότερες ιστορίες του 25 και πλέον χρόνια αφού έφυγε από τους γονείς του. Ωστόσο ακόμα και η ακόλουθη εμπειρία του ως συζύγου και γονέα, λίγο άλλαξαν τον τρόπο έκφρασής του απέναντι στις οικογενειακές σχέσεις και τις αποδομιστικές τους δυνατότητες. Εξακολούθησε να θεωρεί τον εαυτό του ξένο προς τη νοοτροπία της βικτωριανής Αμερικής και ο κυνισμός του καταδείκνυε τη δυσαρέσκειά του απέναντι στην ζωή της μέσης αστικής οικογένειας, όπως και στον υλισμό και την υποκριτική αισιοδοξία της κυρίαρχης τάξης. Με μηδενιστική διάθεση και εκπληκτική ακρίβεια στην επιλογή των λέξεων, ο Bierce στηλιτεύει τη διαφθορά και την παρακμή της ανθρώπινης φύσης.

Εκδόσεις ΆΓΡΑ, Μετάφραση: Σταύρος Παπασταύρου

Σχετικά με τον αρθρογράφο

ΜΑΝΤΗ ΜΑΡΙΑ

ΜΑΝΤΗ ΜΑΡΙΑ

Η Μαρία Μαντή σπούδασε Ιστορία Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης, όπως και Γερμανική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι υποψήφια διδάκτωρ Γερμανικής Λογοτεχνίας.
Εργάζεται ως σεναριογράφος, script editor και μεταφράστρια.